Antonis D. Skiazás: dos poemas

Con traducción y notas de Mario Domínguez Parra, presentamos dos poemas del escritor griego Antonis D. Skiazás (Atenas, 1960). Estudió ingeniería química en la Universidad de Patras. Sus poemas se han traducido a doce lenguas. Es autor de los siguientes libros de poesía: Cementerio fronterizo (Παραμεθόριο Νεκροταφείο, Αθήνα, 1983), El corcel de las olas (Ο ίππος των κυμμάτων, 1990), Veleta estival (Θερινό Ανεμούριο, Αχαϊκές Εκδόσεις, Πάτρα), Fantasías de un viajero (Φαντασιώσεις ενός οδοιπόρου, Δελφίνι, Αθήνα, 1996), Salve, siglo (Χαίρε, Αιώνα, Χειροκίνητο, 2002), Poemas-compendio 1983-2006 (ΠοιήματαΠερίληψη 1983-2006, Ι. Πικραμένος, Πάτρα, 2006), Aniversario primaveral del amor (Έρωτος επέτειος εαρινή, Συλλεκτική έκδοση, εκτός εμπορίου, Αθήνα, 2008), Ciudad hospitalaria (Φιλόξενος πόλις, Ι. Πικραμένος, Πάτρα, 2010). Su último libro se titula Evyenía (Ευγενία, Ι. Πικραμένος, 2016).

Algunos de sus poemas se han traducido a 11 lenguas y han aparecido en antologías griegas y de otros países. Artículos y ensayos de su autoría sobre poesía, historia y educación se han publicado en revistas y periódicos. Es miembro de la Asociación de Escritores y del Círculo de Poetas. Editó la revista literaria «Ελί – τροχος» durante la década de los noventa. Escribió también la obra de teatro Historia de un puente, representada por primera vez en 2014 en el teatro antiguo de Macinia. Es también el compilador de la Antología de poetas de Patras 1940-1995.

 

 

 


Της αγάπης

 

Αιώνες που αρχίζει το τραγούδι

η σελήνη, στον ασβέστη της μάντρας,

το στήθος σου πυργώνει

ανδαλουσιανή αλατόπετρα,

 

σε όσους  στέγνωναν κοιτώνες,

η λεβάντα, το θυμάρι, τα άγρια άνθη

του φασκόμηλου,

απ’  τις ομόκεντρες

αντηλιές μας  στη νήσο Σύμη.

 

Συμφωνήσανε το φως,

συμφώνησαν το αλάτι,

συμφωνήσαν το φεγγάρι,

να κατηφορίζει στις μηλιές,

να κρύβεται στο φύλλωμα

να γίνεται ώριμος καρπός.

 

Συμφωνήσανε να ορίσουν τους καραβομαραγκούς

για να πετσώσουν το σκαρί της κιβωτού.

 

Να στέψουν  συμφώνησαν

τον πλοίαρχο, τους ναύτες και το πλήρωμα

του νέου κατακλυσμού.

 

Οι μοίρες μας, αλίμονο

τα συμφωνήσανε πολλά.

 

Εμείς όμως

δίχως υπογραφές

χωρίς συμβόλαια και συμβολαιογράφους,

 

ν ‘ αγαπηθούμε πέπρωται.

 

 

 

 

 

 

 

Al amor

 

Siglos ha que la luna empezó

la canción en la cal del aprisco,

tu pecho torrea

piedra de sal andaluza

 

en toda alcoba en que la lavanda,

el tomillo, las salvajes flores de salvia

se secaban,

desde nuestras concéntricas

fulguraciones en la ínsula Symi[1].

 

Acordamos que la luz,

acordaron que la sal,

acordaron que la luna,

descendiera a los manzanos,

se ocultara en la fronda

deviniera fruta madura.

 

Acordamos que ordenasen a los carpinteros de ribera

que forrasen el armazón del arca.

 

Acordaron coronar

al capitán, a los marineros y a la tripulación

del nuevo cataclismo.

 

Muchas cosas acordaron

nuestros hados, ay de nosotros.

 

Nosotros empero

sin firmas

sin contratos ni notarios

 

está escrito que nos amemos.

 

 

   

 

 

 


Μονοσύλλαβο Ημερολόγιο

 

Μοναχός

σηκώθηκα αυτήν τη φορά

χωρίς την τριχιά στο λαιμό.

Αχάραγα στην πέργκολα του Αυγούστου

η άφιξη της μέγιστης απώλειας.

 

Σ’ αυτό το θέρος έπιασε από νωρίς

τ’ άνθη του νυχτολούλουδου να δένουν

σε κραυγές θεών.

 

Με αποχαιρετισμούς θρασείς

έρωτες κρυφούς,

με βρήκες, συμφιλίωση, στις κορυφές της μνήμης

γυναίκα πολυπόθητη να

το νέο σχέδιο της διαθήκης

καταχωρώ στο κάτεργο της μήτρας μου.

 

Με τον καιρό στη μονοσύλλαβη λιτότητα

των ημερολογίων οι εγγραφές,

για το μήκος του σχοινιού

το κόστος κι οι αντοχές του,

 

κάπως έτσι θα κριθούν

ως ανυπόστατοι οι θρήνοι των θεών.

 

Όμως τα ψιχουλάκια του ήλιου

ίσως δώσουν λύσεις

με μια βασιλική μεγαλοπρέπεια

στο αποκεφαλισμένο χάος

που στα όνειρά μου σέρνεται

 

πλανόδιον πωλών επί πιστώσει θέρος.

 

 

 

 

 

 


Diario monosílabo

 

Solitario

me levanté esta vez

sin la soga al cuello.

Al amanecer en la pérgola de agosto

la llegada de la suprema pérdida.

 

En este estío brotaron desde temprano

las flores del dondiego para engastarse

en gritos de dioses.

 

Con despedidas insolentes

pasiones ocultas,

me hallaste, reconciliación, en las cimas de la memoria

mujer anhelada mira

el nuevo plan del testamento

inscribo en la mazmorra de mi matriz.

 

Con el tiempo en la humildad monosilábica

los documentos de los diarios,

sobre la longitud de la cuerda

el coste y sus resistencias,

 

de esa manera se declararán

irreales los trenos de los dioses.

 

Empero las almillas del sol

quizá den soluciones

con una grandeza regia

al caos decapitado

que se arrastra por mis sueños

 

el estío ambulante de los potros a crédito

 

[1] Isla griega del Dodecaneso.

Sé el primero en comentar

Dejar una contestacion

Tu dirección de correo electrónico no será publicada.


*